Η θέση της Ο.Κ.Π.Ε. για την αξιολόγηση

ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΘΗΓΗΤΩΝ ΠΡΩΤΟΒΑΘΜΙΑΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗΣ

Θεσσαλονίκη, 08-02-2021

Δελτίο τύπου

Θέμα: Η θέση της Ο.Κ.Π.Ε. για την εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων, ως προς το εκπαιδευτικό τους έργο.

Το Δ.Σ. της Ομοσπονδίας Καθηγητών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Ο.Κ.Π.Ε.), με αφορμή την υπουργική απόφαση της Υπουργού Παιδείας κ. Κεραμέως με αρ. πρωτ. 6603/ΓΔ4/20-01-2021 Υ.Α. με θέμα «Συλλογικός προγραμματισμός, εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων ως προς το εκπαιδευτικό τους έργο» που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Β ́ 140/20-01-2021 αισθάνεται την ανάγκη να επαναδιατυπώσει τις θέσεις της για την αξιολόγηση της εκπαίδευσης.

Καταρχάς, θα θέλαμε να αναφέρουμε ότι η Ο.Κ.Π.Ε. έχει πάγια σταθερή και διαχρονική θέση στο θέμα της αξιολόγησης, την οποία έχει εκφράσει ξεκάθαρα με σαφήνεια, χωρίς αοριστολογίες και χωρίς περιστροφές στον δημόσιο λόγο της. Η Ομοσπονδία μας έχει κοινοποιήσει επανειλημμένα τις θέση της στο Υπουργείο Παιδείας και έχει καταθέσει ολοκληρωμένες προτάσεις για το θέμα, εκφράζοντας παράλληλα και τη διάθεσή της να συμβάλλει με τη συμμετοχή της στον καθορισμό εκείνου του πλαισίου, το οποίο θα οριοθετήσει τα στεγανά μιας αντικειμενικής διαδικασίας που θα διασφαλίζει τη γόνιμη και απρόσκοπτη εφαρμογή μιας συνολικής αξιολόγησης.

Ας επαναλάβουμε επομένως, για μια ακόμη φορά, ότι η Ο.Κ.Π.Ε. δεν είναι αρνητική στην εφαρμογή ενός ολοκληρωμένου και επίσημα θεσμοθετημένου συστήματος αξιολόγησης και ας εξηγήσουμε εκ νέου πως την εννοούμε.

Πιστεύουμε σταθερά και ακλόνητα, πως η αξιολόγηση, ως μια διαδικασία εξ ορισμού σύμφυτη με την εκπαίδευση, πρέπει να στοχεύει πραγματικά (όχι μόνο σε επίπεδο ρητορικής) στη βελτίωση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, συνδεδεμένη άρρηκτα με την επιμόρφωση και την επαγγελματική ανάπτυξη των λειτουργών της. Είναι επιβεβλημένο να πραγματοποιείται με τη συναίνεση και τη συμβολή των ιδίων των εκπαιδευτικών, να μην εστιάζει απόλυτα στους εκπαιδευτικούς και στο έργο τους, αλλά να αφορά όλο το φάσμα λειτουργίας της εκπαίδευσης (υλικοτεχνική υποδομή, αναλυτικά προγράμματα, προγράμματα διδασκαλίας, οικονομικοί πόροι, διοικητική οργάνωση, κ.α). Μόνο τότε θεωρούμε ότι θα έχει διαβεί ως διαδικασία το πρώτο και μεγαλύτερο σκαλοπάτι της δυσκολίας εφαρμογής της, αυτό της διασφάλισης της εμπιστοσύνης των εμπλεκομένων «σκεπτόμενων πόρων». Κάτω από αυτές τις προϋποθέσεις, η εφαρμογή της αξιολόγησης στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δε θα προσκρούει στην επιφυλακτικότητα την καχυποψία και το φόβο των εκπαιδευτικών για πιθανή μετάλλαξη του σχολείου από «δημόσιο δωρεάν αγαθό» σε έναν οργανισμό που θα λειτουργεί με κανόνες της «ελεύθερης αγοράς». Είμαστε κατηγορηματικά αντίθετοι σε μια μορφή αξιολόγησης, η οποία θα συνδέεται με τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των εκπαιδευτικών και θα προβλέπει ποινές, τιμωρίες, αργίες διαθεσιμότητες και εν τέλει απολύσεις. Είμαστε ενάντιοι σε λογικές που οδηγούν στη σύγκριση και την κατηγοριοποίηση των σχολείων με απώτερο στόχο την εξάρτησή τους από

ιδιωτικούς πόρους (χορηγοί) και βεβαίως ενάντια σε οποιαδήποτε δυνατότητα στους γονείς για ελεύθερη επιλογή σχολείου με την συνακόλουθη παροχή των περιβόητων κουπονιών (vouchers).

Προσπαθώντας καλοπροαίρετα όπως πάντα να διαπιστώσουμε αν και σε ποιο βαθμό η εξαγγελθείσα αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου ικανοποιεί τις παραπάνω προϋποθέσεις, με λύπη μας διαπιστώνουμε ότι ούτε και αυτή τη φορά το Υ.ΠΑΙ.Θ είναι προς τη σωστή κατεύθυνση:

· Το Υπουργείο δε θα μπορούσε να βρει χειρότερη χρονική στιγμή από αυτή που βιώνουμε σήμερα, με την πανδημία σε πλήρη εξέλιξη, την αγωνία και τον φόβο των εκπαιδευτικών στο κατακόρυφο για την υγειονομική βόμβα που κυοφορείται στα σχολεία και την απόλυτα δικαιολογημένη ανησυχία τους για την προάσπιση της υγείας των ιδίων και των μαθητών τους, να ξεκινήσει την εφαρμογή της αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου. Θα λέγαμε πως αυτή η έκδηλη βιασύνη του Υπουργείου, εκτός από παράκαιρη και άστοχη, είναι προδήλως «πονηρή» και υποκρύπτει άλλες σκοπιμότητες.

· Η ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας συνεχίζει την προκλητικά αδιάλλακτη πορεία του χωρίς να ενδιαφέρεται για διάλογο με την εκπαιδευτική κοινότητα και τους εκπροσώπους της, χωρίς να επιζητά τη συναίνεση και την αποδοχή αυτών που πρωτίστως ενδιαφέρει το όλο εγχείρημα. Δε θέλει να κρύψει την ιδεοληψία της περί του «αποφασίζουμε και διατάσσουμε», αδιαφορώντας επιδεικτικά για την εκπαιδευτική πραγματικότητα που βιώνουν μαθητές και εκπαιδευτικοί, ενώ ταυτόχρονα κλείνει με νόημα το μάτι στα ιδιωτικά συμφέροντα.

· Η επιχειρούμενη αξιολόγηση δεν αποτελεί μέρος ενός διατυπωμένου ολοκληρωμένου και συνολικού σχεδίου αξιολόγησης όλων των δομών και λειτουργιών της εκπαιδευτική διαδικασίας, με το οποίο θα καθορίζονται με σαφήνεια οι αρχές που την διέπουν και οι διαδικασίες που θα ακολουθηθούν. Το γεγονός ότι η Υπουργός εξαγγέλλει πως σε επόμενα νομοθετήματα θα συμπεριληφθούν και οι άλλες βασικές πτυχές, δεν αποτελεί εύλογη δικαιολογία ούτε συνάδει με επιστημονικό μοντέλο εφαρμογής της αξιολόγησης.

· Η ποσοτικοποίηση της αξιολόγησης κάθε θεματικού άξονα σε τετράβαθμη κλίμακα (1-4), με παράλληλη καταχώριση σε ειδική πλατφόρμα του ΙΕΠ και ανάρτηση στην ιστοσελίδα του σχολείου, θεωρούμε πως θα επιφέρει σύγχυση ως προς τον επιδιωκόμενο στόχο, που δε θα πρέπει να είναι άλλος από τη συνολική αποτίμηση των προσπαθειών, των υπηρεσιών και των δραστηριοτήτων του εκπαιδευτικού συστήματος. Θεωρούμε λοιπόν ότι αυτού του τύπου αξιολόγησης, ενώ θα έπρεπε να αποτελεί ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο, το οποίο να εστιάζει στη βελτίωση και ανατροφοδότηση των όλων εμπλεκομένων, θα καταλήξει σε μια άγονη γραφειοκρατικού τύπου διαδικασία όπου το «φαίνεσθαι» θα κυριαρχεί και θα υπερνικά την αποτύπωση αξιόλογων στοιχείων και συμπερασμάτων που θα συνέβαλαν αποφασιστικά στη συνεχή βελτίωση και κατά συνέπεια στην ποιοτική αναβάθμιση όλων των συντελεστών.

· Τέλος, η καθιέρωση της εξωτερικής αξιολόγησης με δεκάβαθμη αριθμητική αποτύπωση από τους Συντονιστές Εκπαιδευτικού Έργου, οι οποίοι έχοντας υπό την ευθύνη τους ένα πολύ μεγάλο αριθμό σχολείων, με αποτέλεσμα να μην καταφέρουν ποτέ να αποκτήσουν γνώση για τις πραγματικές συνθήκες που επικρατούν στην προς αξιολόγηση σχολική μονάδα, καθιστά εκ των προτέρων όλη τη διαδικασία προβληματική. Επιπρόσθετα, η εμπλοκή των ΠΕΚΕΣ και του σχολικού συμβουλίου αναδιευθύνει τον προσανατολισμό του χαρακτήρα της αξιολόγησης από διαμορφωτικό, ανατροφοδοτικό σε μια αυστηρή διαδικασία ελέγχου που ανασύρει από τη μνήμη μας την οδυνηρή εμπειρία του «επιθεωρητισμού».

Η Ομοσπονδία Καθηγητών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης (Ο.Κ.Π.Ε) σταθερά προσανατολισμένη στις αρχές και στις αξίες της και απαλλαγμένη από οποιαδήποτε

κομματική διαπίστευση καταγγέλλει την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας και την καλεί να αποσύρει την εν λόγω υπουργική απόφαση φροντίζοντας να κάνει πράξη τις υποσχέσεις της για ουσιαστικό διάλογο με όλους τους εμπλεκόμενους στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Εν κατακλείδι, προτείνει στα μέλη της να απέχουν από όλες τις διαδικασίες που προβλέπονται από τον νόμο 4692/2020 και από την Υπουργική Απόφαση «Συλλογικός προγραμματισμός, εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση των σχολικών μονάδων ως προς το εκπαιδευτικό τους έργο», ενώ ταυτόχρονα το Δ.Σ. της Ο.Κ.Π.Ε δεσμεύεται να αναλάβει τις απαραίτητες πρωτοβουλίες, ώστε να συμβάλλει με όλες τις δυνάμεις στην εμπέδωση και στην εφαρμογή ενός αποδεκτού συστήματος αξιολόγησης όλων των συντελεστών του εκπαιδευτικού γίγνεσθαι.

Το Δ.Σ. της Ο.Κ.Π.Ε

Posted in ΑΡΘΡΑ, ΝΕΑ, ΟΚΠΕ.